Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Αφηρημάδα και λάθη «εκ παραδρομής». Τί έλεγε ο Φρόυντ;

Η ερμηνεία των γλωσσικών παραδρομών
Το επόμενο μεγάλο έργο του Sigmund Freud μετά την «Ερμηνεία των ονείρων», ήταν «Η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής» (1901), στο οποίο πραγματευόταν τις παραπραξίες. Οι παραπραξίες είναι σχετικά ασήμαντα λάθη στην καθημερινή ζωή, όπως οι παραδρομές της γλώσσας (φροϋδικές παραδρομές), η λήθη ή η απώλεια αντικειμένων, μικρά ατυχήματα και λάθη στη γραφή.
Σύμφωνα με τον Freud, κάθε συμπεριφορά έχει κίνητρα, έτσι για αυτόν ήταν θεμιτό να αναζητεί τα αίτια της συμπεριφοράς, «φυσιολογικής» ή «μη φυσιολογικής». Επιπλέον, πίστευε ότι, επειδή τα αίτια της συμπεριφοράς είναι συνήθως ασυνείδητα, οι άνθρωποι σπάνια γνωρίζουν γιατί ενεργούν με τρόπο που ενεργούν. Ο ίδιος επεσήμαινε ότι οι παραπραξίες έχουν συχνά ασυνείδητα κίνητρα.
Ο Freud δεν είχε ποτέ πρόβλημα να βρει αποδείξεις για τις θεωρίες του στα κοινότοπα περιστατικά που απορρίπτουμε ως
ασήμαντα ή αποδίδουμε στην τύχη. Παραδρομές της γλώσσας και παραδρομές της πένας, λησμονημένα ονόματα και ραντεβού, χαμένα δώρα και αγαθά που έχουμε βάλει σε λάθος θέση, όλα δείχνουν το ρόλο της επιθυμίας και του κινήτρου. Αυτού του είδους τα γεγονότα, επιμένει ο Freud, δεν είναι σε καμία περίπτωση τυχαία. Η γυναίκα που χάνει τη βέρα της εύχεται να μην την είχε ποτέ. Ο γιατρός που του διαφεύγει το όνομα του ανταγωνιστή του επιθυμεί να διαγραφεί αυτό το όνομα από τα κατάστιχα της ύπαρξης.
Η εφημερίδα που γράφει «Clown Prince» αντί για «Crown Prince» και διορθώνει το λάθος της ανακοινώνοντας ότι, φυσικά εννούσε «Clown Prince» εννοεί πραγματικά αυτό που λέει. Ακόμη και ο απαίδευτος κοινός νους είχε μία διορατική υποψία ότι το να λησμονεί κανείς είναι σημαντικό. Σπάνια παραδέχεται κανείς χωρίς αμηχανία ότι δεν πήγε σε ένα ραντεβού επειδή το ξέχασε.
Γεγονότα αυτού του είδους είναι πάντα καθορισμένα. Συχνά μάλιστα είναι υπεκαθορισμένα. Αρκετές γραμμές αιτιότητας μπορεί να συγκλίνουν προς το ίδιο ατυχές περιστατικό και σε αυτό μπορεί να συμμετέχουν σωματικοί όσο και ψυχικοί καθοριστικοί παράγοντες. Λάθη στην ομιλία, για παράδειγμα, ,μπορεί να οφείλονται εν μέρει σε δυσκολίες μυικού συντονισμού, σε αντιμετάθεση γραμμάτων, σε ομοιότητα λέξεων και τα τοιαύτα. Όμως αυτού του είδους οι καταστάσεις δεν συνιστούν ολόκληρη την εξήγηση. Δεν εξηγούν γιατί γίνεται μία συγκεκριμένη παραδρομή και όχι μία άλλη, γιατί προφέρθηκε αυτός ακριβώς ο συγκεκριμένος συνδυασμός ήχων και όχι άλλος.
Ένας νεαρός επιχειρηματίας για παράδειγμα, προσπαθώντας να φανεί γενναιόδωρος έναντι ενός ανταγωνιστή του και έχοντας πρόθεση να πει «Ναι, είναι πολύ επινοητικός», είπε «Ναί, είναι πολύ επιτιμητικός». Προφανώς, η γλώσσα του είχε παραδρομή λόγω της σύγχυσης μεταξύ δύο λέξεων που έμοιαζαν, αλλά εξέφραζε παράλληλα την αληθινή του γνώμη. Επιθυμία και έμμεση δικαίωση ανευρίσκονται στη βάση της φυσιολογικής αλλά και της μη φυσιολογικής συμπεριφοράς και το κίνητρο καθορίζει ακόμη και τα συμβάντα εκείνα που αποδίδουμε στην τύχη (Heidbreber, 1933, σσ 391-392).
Στο ανώτερο απόσπασμα η Heidbreber χρησιμοποίησε τον όρο υπερκαθορισμένα σε σχέση με πράξεις λησμοσύνης και λαθών στην ομιλία. Η έννοια του υπερκαθορισμού είναι πολύ σημαντική στη φροϋδική θεωρία. Γενικά σημαίνει ότι συμπεριφορικές και ψυχολογικές πράξεις έχουν περισσότερα από ένα αίτια. Ένα όνειρο, για παράδειγμα, μπορεί να ικανοποιεί εν μέρει διάφορες ανάγκες ταυτόχρονα, όπως μπορεί να το κάνει και ένα υστερικό σύμπτωμα. Επίσης, ένα λάθος στην ομιλία μπορεί να προκαλείται (καθορίζεται) από δυσκολίες στο μυικό συντονισμό, από την τάση αντιμετάθεσης γραμμάτων ή από κάποιο ασυνείδητο κίνητρο. Αν ένα φαινόμενο καθορίζεται από δύο ή περισσότερες αιτίες, λέγεται ότι είναι υπερκαθορισμένο.
Πηγή: Εισαγωγή στην Ιστορία της Ψυχολογίας, Β. R. Hergenhahn, εκδόσεις Λιβάνη, 2008
www.psychologynow.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου